Η Θράκη

Η Θράκη ως γεωγραφικός όρος ή ως χώρα των θρακών έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά στην ιστορική - πολιτική και φυσική γεωγραφία με διαφορετική έκταση και όρια.

Κεντρικό σημείο όμως αναφοράς για τον γεωγραφικό καθορισμό της Θράκης παρέμεινε πάντοτε η οροσειρά του Αίμου (Βαλκάνια), κυρίως από τους ιστορικούς χρόνους, σε συνάρτηση με τη χώρα που κατοικούσαν οι θράκες ή τα διάφορα θρακικά φύλα. Τότε ονομάζονταν θράκες όσοι κατοικούσαν νότια του Αίμου και της Ροδόπης μέχρι το Αιγαίο, την Προποντίδα και τη Μακεδονία, αφού ονόμαζαν “βαρβάρους” τους λαούς που κατοικούσαν βόρεια του Αίμου.

Οι ποικίλες διακλαδώσεις του Αίμου, που φθάνουν μέχρι τον Βόσπορο, καθορίζουν την απαρχή της χερσονήσου του Αίμου, όπου η Θράκη ως γεωγραφική ενότητα κατέχει το βορειοανατολικό τμήμα της, με γεωγραφικά χαρακτηριστικά τον ορεινό όγκο της Ροδόπης (ανατολικής και δυτικής) και κυριότερο ποταμό τον Έβρο, που πηγάζει από εκεί και μετά από πολλούς ελιγμούς κατά τη διαδρομή του χύνεται στον κόλπο του Αίνου, στο θρακικό Πέλαγος.

Κατά τη διαμόρφωση των κρατικών ορίων Ελλάδας-Βουλγαρίας-Τουρκίας με τις συνθήκες Βερολίνου - Σεβρών - Λωζάνης (από το 1885 έως το 1923) ο όρος Θράκη διακρίνεται: α) σε Ανατολική Ρωμυλία ή Βόρεια Θράκη (τη σημερινή Νότια Βουλγαρία), β) σε Ανατολική Θράκη (ή Ευρωπαϊκή Τουρκία), και γ) σε Δυτική Θράκη, το βορειοανατολικό τμήμα της Ελλάδας, που κατέχουν οι νομοί Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου.

Το ελληνικό τμήμα της Θράκης σήμερα διακρίνεται από τη Μακεδονία δυτικά με τον ποταμό Νέστο, αμετάβλητο όριο της από τους Μακεδονικούς χρόνους της ιστορίας (Δ' π.Χ. αϊ.) και με τον ποταμό Έβρο στα ανατολικά και βορειοανατολικά που τη χωρίζει από την Τουρκία (Ανατολική Θράκη) και τη Βουλγαρία, με την οποία συνορεύει κυρίως στα βόρεια με την οροσειρά της Ροδόπης.

Το θρακικό Πέλαγος, τμήμα του βόρειου Αιγαίου, είναι το φυσικό νότιο όριο της Δ. Θράκης. Βρέχει τις
ακτές της, που αρχίζουν από τις εκβολές του Νέστου δυτικά μέχρι τις εκβολές του Έβρου ανατολικά, με τη
νήσο Σαμοθράκη στον ίδιο θαλάσσιο χώρο να αποτελεί με το όρος της Φεγγάρι ή Σάος (1.448 μ.) προέκταση
της ορεινής μάζας της Ροδόπης.

Οι συγκοινωνιακές προσβάσεις, σιδηροδρομικά και οδικά, ακολουθούν την παραδοσιακή χάραξη της Εγνατίας οδού (Δυρράχιο-Κωνσταντινούπολη) και διατρέχουν τον άξονα Νέστου-Έβρου ακολουθώντας τη γραμμή: Τοξότες - Ξάνθη - Κομοτηνή - Σάπες - Αλεξανδρούπολη. Από εκεί παράλληλα με τονΈβρο προς βορρά ακολουθούν τη γραμμή: Σουφλί-Διδυμότειχο-Ορεστιάδα- Καστανιές.

Ακολουθώντας τις ακτές από τις εκβολές του Νέστου μέχρι τις εκβολές του Έβρου συναντούμε την ευθύγραμμη ακτή μέχρι τις μικρές λιμνοθάλασσες και έλη στις ακτές του όρμου της Βιστονίας, που χωρίζεται με μια στενή λωρίδα ξηράς από τη λίμνη Βιστονίδα. Στη συνέχεια συναντούμε άλλες πολλές μικρές λιμνοθάλασσες, που χωρίζονται με στενούς βραχίονες ξηράς από τη θάλασσα, διάφορα ακρωτήρια, κατόπιν ευθύγραμμη ακτή και τέλος τη χαμηλή και προσχωσιγενή περιοχή στο Δέλτα του ποταμού Έβρου, αφού περάσουμε τις λιμνοθάλασσες της περιοχής.

Λόγω της διαμόρφωσης της ακτής εδώ χωρίς φυσικές εγκολπώσεις για φυσικά λιμάνια, το τεχνητό λιμάνι της Αλεξανδρούπολης προστατεύεται από τους νότιους ανέμους με μεγάλους λιμενοβραχίονες.

Από τις ακτές μέχρι τα βόρεια σύνορα της η Δ. Θράκη σχηματίζει ένα ευδιάκριτο ανάγλυφο με ανερχόμενες από το νότο προς το βορρά παράλληλες ζώνες εδάφους, πεδινού, ημιορεινού και ορεινού, στους όμορους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης, ενώ στο νομό Έβρου δεσπόζει ο ομώνυμος ποταμός με το Δέλτα και την κοιλάδα του και τις πεδιάδες της Αλεξανδρούπολης και Ορεστιάδας από το νότο προς το βορρά, τις οποίες διαρρέουν οι παραπόταμοι του Έβρου, Ερυθροπόταμος και Άρδας στο βορειότερο τμήμα του νομού.

Από τα 8.578 τ. χλμ. της επιφάνειας της, τα 4.018 τ. χλμ. καλύπτουν οι πεδιάδες της Ξάνθης, Κομοτηνής, Αλεξανδρούπολης και Ορεστιάδας, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της είναι 2.208 τ. χλμ. ημιορεινό και 2.352 τ. χλμ. ορεινό. Οι πεδιάδες είναι ιδιαίτερα εύφορες λόγω της άρδευσης από το πλούσιο υδρογραφικό σύστημα που διακρίνεται κατά νομό.

α) Νομός Ξάνθης: Ο ποταμός Νέστος στα όρια του νομού με το νομό Καβάλας, που πηγάζει από τη Βουλγαρία, εισέρχεται στα δυτικά του νομού με διεύθυνση νότια-νοτιοανατολική, σχηματίζοντας μια κοιλάδα μεταξύ των ορεινών εκτάσεων της Δυτικής Ροδόπης και των Ορέων Λεκάνης (νότια). Ο ποταμός Ξάνθης δέχεται τα νερά μικρότερων ποταμών και χειμάρρων κατά τη διαδρομή του από τη Δυτική Ροδόπη μέχρι τη λίμνη Βιστονίδα, όπου εκβάλλει. Ο ποταμός Κομψάτος πηγάζει και αυτός από τη Δυτική Ροδόπη για να καταλήξει στην επαρχία Κομοτηνής στη λίμνη Βιστονίδα, στα νότια σύνορα του νομού Ξάνθης και Ροδόπης. Η λίμνη Βιστονίδα, από τις μεγαλύτερες της Ελλάδας (45.000 στρέμματα και με λεκάνη απορροής 1.290.000 στρ.), δέχεται τα νερά των ποταμών Κόσυνθου, Κομψάτου (Πολύανθου), Τραύου (Τράχου, Ασπροπόταμου) και των χειμάρρων Ίασμου, Κοπτερού, Μοναχών, Αμαξάδων και των παραχείμαρρων Ξάνθης και Τραύου.

β) Νομός Ροδόπης: Οι ποταμοί του νομού διαρρέουν την εύφορη πεδιάδα της Κομοτηνής, πηγάζοντας από τη Ροδόπη και με εκβολή τους τη λίμνη Βιστονίδα και το θρακικό Πέλαγος. Ιδιαίτερα στο ανατολικό μέρος και το κεντρικό υπάρχουν οι ποταμοί Μπόσμπος, Φιλιουρί και τα ρεύματα Ακμύρ, Κόσαλου, Πάτερμου και Μπουκλουτζά. Στο νότιο μέρος οι Μπόσμπος και Μπουκλουτζάς καταλήγουν στη λίμνη Μητρικού.

γ) Νομός Έβρου: Από το συνολικό μήκος των 515 χλμ. του ποταμού Έβρου, τα 203 αποτελούν τα σύνορα Ελλάδας - Τουρκίας και τα 15 χλμ. Ελλάδας-Βουλγαρίας ή του νομού Έβρου με τη Βουλγαρία, απ' όπου πηγάζει (Ρίλα) και τη διαρρέει σε μήκος 285 χλμ. Στην Τουρκία ρέει μικρό του τμήμα (10 χλμ.). Εκβάλλει με δύο βραχίονες στον ανοιχτό κόλπο του Αίνου. Εκεί σχηματίζει μεγάλο λιμνοβαλτώδες Δέλτα. Αυτό περιλαμβάνει το Έλος του Ορφέως και τις λίμνες Δράκοντα, Αβγανών, Νυμφών, Παλουκιών. Ο παραπόταμος του Έβρου Άρδας πηγάζει στη Βουλγαρία (Κούλα Ροδόπης) και συμβάλλει με τον Έβρο στο χωριό Μαράσια, όπου ο Έβρος εισέρχεται στο τουρκικό έδαφος και επανέρχεται στα ελληνοτουρκικά σύνορα νοτιότερα στην περιοχή Νέας Βύσσας. Άλλοι παραπόταμοι που εκβάλλουν στον Έβρο είναι ο Ερυθροπόταμος, που περνά από το Διδυμότειχο, το Γουρονόρρεμα, το Διαβολόρρεμα, ο Καμηλοπόταμος, το Μεγάλο Ρέμα και άλλοι μικρότεροι.

Το πλούσιο σε νερά οικοσύστημα της Θράκης αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα για την οικονομία. Δημιουργεί χώρους για ιχθυοτροφεία και υδροβιότοπους με ορνιθολογικό και ενάλιο πλούτο, που προστατεύονται ως χώροι σπάνιας ομορφιάς με διεθνείς συμβάσεις. Παράλληλα η οικονομική δραστηριότητα που βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση ή σε γειτνίαση με χώρους ποταμών και λιμνών, δημιουργεί προβλήματα στην προστασία του περιβάλλοντος, λόγω της ρύπανσης από τα απόβλητα των κτηνοτροφικών μονάδων, των γεωργικών λιπασμάτων και των φυτοφαρμάκων.

Η λίμνη Μητρικού, στα νότια της Κομοτηνής, μαζί με τη λίμνη της Βιστονίδας και το Δέλτα του Έβρου αποτελούν πόλους έλξης της Θράκης, ως σπάνιοι βιότοποι. Μοναδική αβαθής λίμνη με γλυκά νερά, η λίμνη Μητρικού, στις ακτές του Βόρειου Αιγαίου, παρουσιάζει πλουσιότατη ορνιθοπανίδα σε σπάνιες οικολογικές συνθήκες. Είδη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν στην Ευρώπη, κλωσσούν εδώ: το μαυρογλάρονο (Chlidonias niger), το μουστακογλάρονο (Chlidonias hybrina), η χουλιαρομύτα (Platalea leucorodia), η χαλκόκοτα (Plegadis falcinellus), η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmaeus) και η σπανιότατη βαλτόπαπια (Aythya nyroca). Στη Βιστονίδα εμφανίζονται είδη πουλιών που δεν παρατηρούνται αλλού στην Ελλάδα με κανονικές συνθήκες, ιδιαίτερα κατά το χειμώνα. Περισσότερα από 200 είδη τους σε σύνολο 400 που έχουν παρατηρηθεί στην Ελλάδα, φωλιάζουν, ξεχειμωνιάζουν ή περνούν από τη λίμνη, όταν μεταναστεύουν. Είναι σταθμός ανάπαυσης υδρόβιων ή παρυδάτιων πουλιών, όταν μεταβαίνουν σε νότιες περιοχές ή όταν επιστρέφουν και συγχρόνως χώρος φωλεοποίησης. Ανάμεσα στο λιμάνι του Πόρτο-Αάγος και της θάλασσας, σε τεχνητό πευκοδάσος, υπάρχει η μοναδική γνωστή αποικία ερωδιών στην Ελλάδα, όπου φωλιάζουν δύο είδη μαζί, ο σταχτοτσικνιάς και ο λευκοτσικνιάς.

Ένα μοναδικό στο είδος του παραποτάμιο δάσος βρίσκεται στο κάτω μέρος του ποταμού Κομψάτου, τροφοδότη της λίμνης Βιστονίδας. Εκεί κλωσούν πολλά είδη που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν απ' όλο τον κόσμο: ο μαυροπελαργός (Ciconia niger), ο βασιλαετός (Aquila heliaca), ο κραυγαετός (Aquila pomarina), ο θαλασσαετός (Hallaetus albilica) και ανευρίσκονται αποικίες νυχτοκοράκων (Nycticorax) και σταχτοτσικνιάδων (Ardea cinerea). Στο ποτάμιο νησί, ανάμεσα στους δύο βραχίονες στο Δέλτα του Έβρου, ευρίσκεται επίσης ένας από τους σπανιότερους υδροβιότοπους της Ευρώπης, πλουσιότατος σε υδρόβια πτηνά, ενδημικά και διαβατικά. Η ευρύτερη περιοχή του Δέλτα μπορεί να συγκριθεί από ορνιθολογική άποψη με το Δέλτα του ποταμού Ροδανού στη Γαλλία, του Δούναβη στα σύνορα Ρουμανίας - Μολδαβίας (Ρωσίας) και του Ου&οΑΐαυίηΕΐ στην Ισπανία. 27 είδη από τα 88 της Ευρώπης σε χήνες και πάπιες, 27 από τα 38 είδη αρπαχτικών πουλιών και τα 4 είδη γυπών της Ευρώπης ενδημούν εκεί, ενώ φωλιάζουν και άλλα σπάνια είδη: η σταχτοχήνα (Anser anser), ο κορμοράνος (Phalacrocorax carbo), o μαυροπελαργός (Ciconia niger), ο σταχτογερανός (Grus grus), η αγκαθοκαλημάνα (Hoplopterus spinosus), ο γυπαετός (Gypaetus barbatus), ο μαυρογύπας (Aegypius monachus), ο πετρίτης (Falco peregrinus), ο μπούφος (Bubo bubo). Εδώ αναπαράγονται: η λαγγόνα (Phalacrocorax pygmaeus), η καστανοχήνα (Tadorna ferruginea), η τρανομουγκάνα (Botaurus stellaris), ο κραυγαετός (Aquila pomarina) και άλλα πουλιά, ενώ διαχειμάζουν ή σταματούν για να ξεκουραστούν κάθε χρόνο 200.000 υδρόβια πουλιά.

Απαιτείται συστηματική μελέτη για την προστασία μιας σειράς αμφιβίων και ερπετών (σπονδυλωτών και ασπόνδυλων), όπως και φυτών, που θα συνδυάζεται πάντοτε με τη μελέτη των οικολογικών συνθηκών της περιοχής, επειδή η οικολογική ισορροπία του χώρου διαταράσσεται από τα αποξηραντικά έργα που έγιναν, για να αποδοθούν στη γεωργία τα εύφορα προσχωσιγενή εδάφη της περιοχής, και από τη ρύπανση με τα φυτοφάρμακα και άλλους ρύπους. Η ευρύτερη περιοχή του Δέλτα έχει χαρακτηρισθεί σήμερα ως “Δρυμός”, που είναι το πρώτο βήμα για τη διάσωσή του. Η γεωλογική κατασκευή της Θράκης, αντικείμενο έρευνας που συνδέεται με τα ορυκτά και της πηγές (ιαματικές-θερμομεταλλικές), χαρακτηρίζεται από τα πετρώματα : α) κρυσταλλοσχιστώδη στο ορεινό συγκρότημα της Ροδόπης, του Ίσμαρου και του Τσοπάν, β) ηωκαινικά, ολιγοκαινικά και νεογενή ιζήματα στο μεγαλύτερο τμήμα της, γ) ολόκαινα αποθέματα που γεμίζουν τις πεδιάδες της Κομοτηνής και της Ξάνθης, τη δυτική όχθη του Έβρου και το τμήμα του κάτω ρου του Άρδα, δ) πλουτωνίτες (γρανίτες και βασικά προτριτογενή πλουτώνεια), και ε) τριτογενείς ηφαιστίτες.

Στο υπέδαφος βρίσκονται: α) κοιτάσματα λιγνίτη (λεπτοί λιγνιτικοί ορίζοντες βόρεια του Εχίνου, ανάμεσα στα χωριά Μελίβοια, Αιμόνιο, Κοτύλι και Διμάρι στο νομό Ξάνθης), β) μεικτά θειούχα ορυκτά από σιδηροπυρίτη, γαληνίτη, σφαλερίτη και ορυκτά της ζώνης οξείδωσης στην περιοχή θερμών κοντά στα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα, γ) εμφανίσεις χαλκού στα Κιμμέρια και μαγνητίτη στη Λευκόπετρα στο δρόμο Ξάνθης-Εχίνου, δ) εμφανίσεις μαγγανίου ΒΑ του χωριού Κοτύλη.

Στο νομό Ροδόπης ο ορυκτός πλούτος δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί. Παρατηρούνται σημαντικά όμως κοιτάσματα : α) μεικτά θειούχα μεταλλεύματα ΝΑ του χωριού Νέδα (αποθέματα 30.000 περ. τόνων), β) σιδηρομετάλλευμα ΝΑ της Μαρώνειας (αποθέματα σε δεκάδες χιλιάδες τόνους), γ) εμφανίσεις χρωμίτη, μεταλλευμάτων αντιμονίου - ολφραμίου, μαγγανίου, μεικτών θειούχων και χαλκού, που είναι ατελώς γνωστές ή χωρίς οικονομικό ενδιαφέρον.

Στο νομό Έβρου οι έρευνες του ΙΓΜΕ (1981-85) αποκάλυψαν ανεκμετάλλευτο ορυκτό πλούτο που αποτελείται από : α) χρωμίτη, τιτάνιο, μαγγάνιο (Σουφλί), β) μεικτά θειούχα μεταλλεύματα (γαληνίτη, σφαλερίτη, που παράγουν μόλυβδο και ψευδάργυρο), σιδηροπυρίτη και χαλκό (στην Κίρκη, ΒΑ της Αλεξανδρούπολης και οτην Αισύμη Αλεξανδρούπολης' αυτά εκτιμούνται σε 500.000 τόνους βέβαια αποθέματα στην Κίρκη, ενώ στην Αισύμη σε 1.000.000 βέβαια και 5.000.000 πιθανά αποθέματα μεταλλεύματος, με μέση περιεκτικότητα των κοιτασμάτων του Έβρου 3.5% σε μόλυβδο, 5% σε ψευδάργυρο και 30 γραμμάρια ανά τόνο άργυρο). Εντοπίσθηκαν ακόμη και άλλα ορυκτά, όπως: χαλκός, μαγγάνιο, χρωμίτης, χρυσός και ουρανιούχα κοιτάσματα στις περιοχές Άβαντα και Δαδιάς, καολίνης και άστριοι στην περιοχή Σουφλίου και Σαμοθράκης, μπεντονίτης και περλίτης στην Αλεξανδρούπολη, λιγνίτης στη λεκάνη Αλεξανδρούπολης - Αδριανούπολης με τη μεγαλύτερη στην Ελλάδα θερμαντική ικανότητα (6.000 θερμίδες έναντι 600 των λιγνιτών της Μεγαλόπολης Πελοποννήσου). Η αξιοποίηση κυρίως των λιγνιτοφόρων κοιτασμάτων, των μεταλλευμάτων, των πετρελαιοφόρων πεδίων και των γεωθερμικών δυνατοτήτων είναι επιτακτικό έργο για την οικονομία του νομού, καθώς και αρκετών θερμών πηγών για φθηνή ενέργεια και των λουτρών για τον τουρισμό, όπως το Λουτρό Αλεξανδρούπολης (πηγή υδροχλωρονατριούχα), στη Γενισέα (τέσσερις αλκαλικές χλωρονατριούχες πηγές για ρευματισμούς, νευρίτιδες), στις θέρμες με εφτά χλωρονατριούχες πηγές και στα θερμά Σαμοθράκης (πηγή με ράδιο).

Μεταμορφωμένα και εκρηξιγενή πετρώματα αποτελούν τον ορεινό όγκο της Ροδόπης, που διακρίνεται σε Δυτική με το όρος Κούλα (Γυφτόκαστρο η κορυφή του, 1.827 μ.) και το Παπίκιο όρος (1.483 μ.), και σε Ανατολική με το όρος Μεγάλο Αιβάδι (1.267 μ.), που κατέρχεται νότια προς την κοιλάδα του Έβρου με διεύθυσνη από βορρά προς νότο κάθετα της Ροδόπης, με μια σειρά χαμηλών βουνών: Σίλο (1.065 μ.), Σάπκα (1.044 μ.), Καλλιθέα (944 μ.), Επτάδενδρος (874 μ.), Τσοπάν (628 μ.) και τονΊσμαρο (678 μ.) που βρίσκεται αποκομμένος στην ακτή δυτικά του Τσοπάν. Το όρος Φεγγάρι ή Σάος της Σαμοθράκης αποτελεί προέκταση της Ροδόπης γεωλογικά.


Route planner

Αναζητήστε Ξενοδοχεία, Μουσεία, Αξιοθέατα και άλλα ενδιαφέροντα σημεία πάνω στον χάρτη της Θράκης.

Βρείτε τον δρόμο σας με την online εφαρμογή δρομολόγησης


http://www.thracehotels.gr/maps